Image default
TOP STORIES

Γιατί μένουν εκτός δανεισμού οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις

Τη θέση και τους λόγους για τους οποίους η χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας από τις τράπεζες είναι μεν ενισχυμένη αλλά όχι επαρκώς για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις (ΜμΕ) ανέπτυξαν στη Βουλή ο Δημήτρης Μαλλιαρόπουλος, διευθυντής Οικονομικής Ανάλυσης της Τράπεζας της Ελλάδας και ο Βασίλης Ράπανος (φωτό), πρόεδρος της Ένωσης Ελληνικών Τραπεζών.

Η ενημέρωση και οι τοποθετήσεις από την πλευρά των αρμόδιων φορέων έγινε στην ειδική συνεδρίαση της Επιτροπής Οικονομικών της Βουλής, με θέμα «Παροχή ρευστότητας στην πραγματική οικονομία εκ μέρους των τραπεζικών ιδρυμάτων», στην οποία ο Χρήστος Σταϊκούρας ζήτησε να αυξηθούν οι χορηγήσεις προς τους μικρομεσαίους.

Ο κ. Μαλλιαρόπουλος, μέσα από ένα μπαράζ στοιχείων και αριθμών που παρέθεσε, στάθηκε στον επιχειρούμενο επιμερισμό κινδύνου Δημοσίου-Τραπεζών, ώστε να βελτιωθεί η παροχή ρευστότητας στις επιχειρήσεις.

Όπως ανέφερε: «Το 2020 η ακαθάριστη ροή χρηματοδότησης προς μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις ανήλθε σε 16,2 δισ. ευρώ, εκ των οποίων τα 10,2 δισ. κατευθύνθηκαν προς μεγάλες επιχειρήσεις και τα 6,2 προς τις μικρομεσαίες. Την περίοδο Ιανουαρίου-Αυγούστου του 2021, η ακαθάριστη ροή ανήλθε σε 5,6 δισ. ευρώ, εκ των οποίων 3,3 δισ. προς μεγάλες επιχειρήσεις και 2,3 δισ. προς τις μικρομεσαίες. Αρα, το 2021 παρατηρείται μία μικρή αύξηση στο ποσοστό της ακαθάριστης ροής χρηματοδότησης προς τις ΜμΕ, παρότι σε απόλυτα μεγέθη οι μεγάλες επιχειρήσεις υπερτερούν, μία τάση που παρατηρούμε διαχρονικά και διεθνώς. Αν συνυπολογίσουμε και τα δάνεια προς ελεύθερους επαγγελματίες και ατομικές επιχειρήσεις, η ακαθάριστη ροή χρηματοδότησης ανήλθε συνολικά σε 17,4 δισ. ευρώ το 2020 και σε 6 δισ. ευρώ το οκτάμηνο του 2021».

Όπως πρόσθεσε, από τις τράπεζες χορηγήθηκε απευθείας (σ.σ. χωρίς τη συνδρομή χρηματοδοτικών εργαλείων άλλων φορέων) ποσό 9,9 δισ. ευρώ το 2020 και 3,8 δισ. ευρώ το πρώτο οκτάμηνο του 2021. Ως χρηματοδότηση, είπε, εκλαμβάνονται και τα κεφάλαια που δόθηκαν στο πλαίσιο της επιστρεπτέας προκαταβολής (5,5, δισ. το 2020 και 2,8 δισ. το οκτάμηνο του 2021).

Συνολικά, η ακαθάριστη χρηματοδότηση προς τις μη χρηματοπιστωτικές εταιρείες από διάφορες πηγές, τραπεζικές και μη, ανήλθε στα 24,4 δισ. το 2020 και 9,8 δισ. το οκτάμηνο 2021. Επιπλέον, οι επιχειρήσεις άντλησαν από τις αγορές ομολόγων, διεθνείς και εγχώριες, τα ποσά 1,3 δισ. το 2020 και 3 δισ. το οκτάμηνο του 2021. Σε αυτά προστίθενται 1,1 δισ. ευρώ από άμεσες ξένες επενδύσεις, χωρίς να έχουμε στοιχεία ακόμα για το 2021.

Από όλα μαζί προκύπτει ότι η συνολική χρηματοδότηση των εταιρειών από τράπεζες ανήλθε σε 26,8 δισ. ευρώ το 2020 (16% του ΑΕΠ) και άνω των 12,8 δισ. το οκτάμηνο του 2021.

Η χρηματοδότηση προς τα νοικοκυριά παραμένει αδύναμη, με τις ακαθάριστες ροές να ανέρχονται στα 1,5 δισ. και 1,1 δισ. (2020 και οκτάμηνο 2021, αντίστοιχα).

Στο ερώτημα γιατί υπήρξε επιβράδυνση της χρηματοδότησης προς τις επιχειρήσεις το 2021, η απάντηση παραπέμπει (και) στην ενίσχυση που είχαμε το 2020, λόγω πανδημίας.

Η μείωση της καθαρής ροής το 2021 οφείλεται, μεταξύ άλλων:

  • Στη λήξη της αναστολής πληρωμών χρεολυσίων μετά το τέλος του ’20 για το μεγαλύτερο μέρος των δανείων που είχαν τεθεί σε αναστολή, καθώς οι αποπληρωμές δανείων μείωσαν την καθαρή ροή.
  • Το 2021 ήταν πλέον διαθέσιμοι λιγότεροι πόροι από τα προγράμματα της ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας, μετά την ικανοποιητική απορρόφησή τους το 2020.
  • Στην αποκλιμάκωση της ζήτησης για δάνεια καθώς πολλές επιχειρήσεις διαθέτουν αυξημένο επίπεδο ρευστότητας, λόγω των μέτρων στήριξης και της ανάπτυξης των ταμειακών τους ροών τους τελευταίους μήνες. Ενώ οι μεγάλου μεγέθους επιχειρήσεις προχώρησαν και σε άντληση κεφαλαίων από τις αγορές.
  • Στην επιφυλακτική πολιτική των τραπεζών για χορήγηση νέων δανείων, λόγω μίας σειράς παραγόντων όπως: Του πιστωτικού κινδύνου εξαιτίας της αβεβαιότητας που προκύπτει από την πανδημία, του υψηλού αποθέματος των εξυπηρετούμενων δανείων και του κινδύνου εμφάνισης νέων μη εξυπηρετούμενων δανείων, ενόψει της σταδιακής απόσυρσης των μέτρων στήριξης.
  • Της αβεβαιότητας από την εξέλιξη του πληθωρισμού διεθνώς και της επίπτωσής του στο κόστος δανεισμού.
  • Της επίπτωσης του νέου δανεισμού στην κεφαλαιακή επάρκεια.
  • Της καταγραφής ικανοποιητικών αποδόσεων από εναλλακτικές επενδυτικές επιλογές που έχουν οι τράπεζες, όπως κρατικά και εταιρικά ομόλογα.

Πιστωτικός κίνδυνος των ΜμΕ

Ειδικά για τη στενότητα χρηματοδότησης ΜμΕ, αν και αυξήθηκε το μερίδιο το 2021 (σ.σ. το 41% κατευθύνθηκε στις μεγάλες επιχειρήσεις), υπολείπεται της συνεισφοράς τους στην οικονομία σε όρους προστιθέμενης αξίας, καθώς οι ΜμΕ παράγουν το 57% της ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας του ιδιωτικού τομέα, ενώ συνεισφέρουν στην απασχόληση κατά 83%.

Οι τράπεζες παραμένουν επιφυλακτικές καθώς οι ΜμΕ χαρακτηρίζονται από υψηλότερο πιστωτικό κίνδυνο. Το ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων δανείων είναι πολλαπλάσια υψηλότερο από ό,τι των μεγάλων επιχειρήσεων. Το κόστος δανεισμού συνεπώς είναι υψηλό και επιχειρηματικά ασύμφορο.

Τα χαρακτηριστικά των ελληνικών ΜμΕ

Στη χαμηλή πιστοληπτική ικανότητα των ΜμΕ αναφέρθηκε εκτενώς ο κ. Ράπανος, με την επισήμανση ότι αν και οι τράπεζες επιδιώκουν να αυξήσουν την πελατεία τους, δεν μπορούν να παραβιάσουν τους κανόνες που επιβάλλουν οι ρυθμιστικές αρχές. Όπως είπε:

Γνωρίζουμε τα παράπονα από τις απορρίψεις αιτήσεων για δάνεια. Οι βασικοί λόγοι γι’ αυτές είναι ότι πάρα πολλές επιχειρήσεις έχουν χαμηλή πιστοληπτική ικανότητα, η επένδυση για την οποία υποβάλλουν χρηματοδότηση δεν κρίνεται σκόπιμη βάσει της επιχειρηματικής δραστηριότητάς τους και η διαφαινόμενη αδυναμία πληρωμών.

Πολλές επιχειρήσεις δεν έχουν οικονομικά στοιχεία, βαρύνονται με μη εξυπηρετούμενα δάνεια, δεν διαθέτουν φορολογική και ασφαλιστική ενημερότητα, έχουν αρνητικά ή ανεπαρκή κεφάλαια, παρουσιάζουν υπερβολική δανειακή επιβάρυνση. Τα περισσότερα από αυτά τα στοιχεία συνδέονται με το ότι το μέγεθος των ελληνικών ΜμΕ είναι πάρα πολύ μικρό, τόνισε ο επικεφαλής Ενωσης Ελληνικών Τραπεζών.

Ο κύκλος εργασιών ανά απασχολούμενο στις πολύ μικρές επιχειρήσεις (έσω 9 υπάλληλοι) είναι ο μικρότερος στην ΕΕ, είναι 56.000 ευρώ, όταν στην Ισπανία είναι 90.000, στην Ιταλία 105.000 και στην Κύπρο 112.000 ευρώ. Η παραγωγικότητα της εργασίας στις ΜμΕ είναι σχεδόν η μικρότερη στην ΕΕ, πίσω από χώρες όπως Ρουμανία, Ουγγαρία, Πολωνία.

Αντίστοιχα, στην Ελλάδα το ποσοστό των αυτοαπασχολουμένων είναι το υψηλότερο στην ΕΕ.

Related posts

Οι συνομιλίες Brexit κάνουν κύκλους

banksnews

Πώς σχολιάζουν τρεις επιχειρηματίες το αποτέλεσμα στην Τουρκία

banksnews

Που θα πάνε οι τραπεζικές μετοχές

NEWSROOM

Τράπεζες : Αισιοδοξία για την επίτευξη των στόχων που έχουν τεθεί

banksnews

Γιατί οι έμποροι αγαθών εγκαταλείπουν την αγορά

banksnews

Σταϊκούρας: Εφικτό το μονοψήφιο ποσοστό «κόκκινων» δανείων για όλες τις τράπεζες

banksnews

Alpha: Πατάει γκάζι η ελληνική οικονομία τα επόμενα τρίμηνα

banksnews

Εθνική: «Ανησυχία» μετά την απόφαση της ΕΚΤ

banksnews

Alpha Bank: Οι προϋποθέσεις για να προσελκύσει η Ελλάδα περισσότερες ξένες επενδύσεις

NEWSROOM