Menu

Η κρίση της ευρωζώνης απαιτεί μία τραπεζική πολιτική, μία δημοσιονομική πολιτική – και μία φωνή

Είχαν όλα αρχίσει να φαίνονται αρκετά ελπιδοφόρα. Οι ΗΠΑ καλυτέρευαν, η Κίνα είχε αποφύγει την ανώμαλη προσγείωση και στην Ιαπωνία, τα πρώτα σημάδια της προσέγγισης αντιπληθωρισμού της νέας κυβέρνησης ήταν ενθαρρυντικά. Ακόμα και στη Βρετανία, το πρώτο δίμηνο του 2013 προσέφερε τη δειλή ελπίδα –από τη στεγαστική αγορά μέχρι τις καταναλωτικές δαπάνες- ότι η οικονομία μπορεί φέτος να αποφύγει ένα ακόμα έτος στασιμότητας.  

Και μετά ήρθε η Κύπρος. Οι δύο τελευταίες εβδομάδες του Μαρτίου έφεραν πίσω στο προσκήνιο την κρίση της ευρωζώνης, και μέχρι το τέλος του μήνα η όλη ιστορία δεν αύξανε πλέον τις τιμές των μετοχών στη Wall Street, χρησιμοποιώντας την ισχυρή κερδοφορία των επιχειρήσεων ή τις καλύτερες προοπτικές για την ιαπωνική ανάπτυξη. Απλούστατα, ο κόσμος περίμενε να δει ποια θα είναι η επόμενη χώρα της ευρωζώνης που θα χρειαστεί διάσωση.

Τις τελευταίες ημέρες, έχουμε παρατηρήσει το φαινόμενο αυτό, το οποίο ο Νικ Πάρσονς –επικεφαλής στρατηγικής στην Εθνική Τράπεζα της Αυστραλίας- έχει αποκαλέσει «αντίστροφο Σπάρτακο». Αναφέρεται φυσικά στην επική ταινία του Στάνλεϊ Κιούμπρικ, στην οποία προσφέρεται επιείκεια στους σκλάβους εφόσον αυτοί αποκαλύψουν την ταυτότητα του ηγέτη των επαναστατών. Όλοι τους αρνούνται να το κάνουν.  

Στον απόηχο της Κύπρου, αυτό που παρατηρείται είναι ένα φαινόμενο του «Δεν είμαι ο Σπάρτακος». Τέσσερα κράτη-μέλη της ευρωζώνης αισθάνθηκαν την ανάγκη να εκδώσουν δηλώσεις, εξηγώντας γιατί διαφέρουν από το ταραγμένο νησί της ανατολικής Μεσογείου. Τώρα γνωρίζουμε ότι η Πορτογαλία δεν είναι ο Σπάρτακος, η Ελλάδα δεν είναι ο Σπάρτακος, η Μάλτα δεν είναι ο Σπάρτακος, και το Λουξεμβούργο, που έχει και την υψηλότερη αναλογία τραπεζικών καταθέσεων προς ΑΕΠ στην ευρωζώνη, επίσης δεν είναι ο Σπάρτακος. Όπως επισήμανε πικρόχολα ο Πάρσονς, η Ιταλία δεν ήταν σε θέση να δηλώσει ότι δεν είναι ο Σπάρτακος, διότι δεν έχει ακόμα κυβέρνηση που να μπορεί να μιλήσει εκ μέρους της. Ειδάλλως, θα το είχε πράξει και αυτή.

Λίγες είναι οι ανεξάρτητες φωνές στις χρηματοπιστωτικές αγορές, που παίρνουν στα σοβαρά τέτοιου είδους διαβεβαιώσεις. Μία ακόμη κρίση στην ευρωζώνη, θα μπορούσε να αποφευχθεί, μόνο εφόσον οι υπεύθυνοι δράσουν ταχύτερα και πιο αποτελεσματικά από ότι στο παρελθόν. Όπως έχουν τα πράγματα, ένα ακόμα ξέσπασμα μοιάζει αναπόφευκτο.  

Η Κύπρος έχει αρκετά χρήματα για να περάσει έναν-δύο μήνες ακόμα, ωστόσο μέχρι τότε θα έχει αρχίσει να νιώθει εις βάθος τον αργό τραπεζικό πανικό, καθώς οι καταθέτες αποσύρουν τα χρήματά τους με το ρυθμό των €300 τη μέρα. Η οικονομία έχει παραλύσει από τους όρους της διάσωσης, υπό μία «Καρχηδόνιο ειρήνη», και η αναλογία του χρέους της χώρας είναι βέβαιο ότι θα εκτιναχτεί στα ύψη.

Οι επενδυτές έχουν ήδη στρέψει επιφυλακτικά το βλέμμα τους προς τη Μάλτα, η οποία φάνηκε να επωφελείται βραχυπρόθεσμα από τη φυγή κεφαλαίων από την Κύπρο, ωστόσο οι bookies δίνουν φαβορί τη Σλοβενία, ως την επόμενη χώρα που θα χρειαστεί διάσωση. Εκεί, η κυβέρνηση έχει ήδη καταρτίσει σχέδια έκτακτης ανάγκης για την αντιμετώπιση των απωλειών από τις τράπεζες.

Εστιάζοντας στους «μικρούς παίκτες» της ευρωζώνης, οι αγορές κινδυνεύουν να παραμελήσουν ένα πιθανώς μεγαλύτερο πρόβλημα. Αν αποτύχουν οι προσπάθειες καθιέρωσης νέας κυβέρνησης στη Ρώμη, η Ιταλία θα έρθει αντιμέτωπη με νέες γενικές εκλογές. Αυτή τη στιγμή, στο σενάριο αυτό, οι δημοσκοπήσεις βάζουν μπροστά τον Σίλβιο Μπερλουσκόνι.  

Δεν είναι δύσκολο να σκιαγραφήσουμε την πιθανότερη σειρά γεγονότων: Ο Μπερλουσκόνι ολοκληρώνει την πολιτική του επιστροφή, οι αγορές τρομοκρατούνται, οι αποδόσεις των ιταλικών ομολόγων εκτινάσσονται στα ύψη, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) υπό το Μάριο Ντράγκι λέει ότι θα αγοράσει ιταλικό χρέος μόνο εφόσον ο Μπερλουσκόνι συμφωνήσει σε πακέτο λιτότητας και διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, η νέα κυβέρνηση αρνείται και ζητά δημοψήφισμα για την έξοδο της Ιταλίας από το ενιαίο νόμισμα. Στην Ιταλία παρατηρούνται ήδη έξι συνεχόμενα τρίμηνα πτώσης του ΑΕΠ και η χώρα βρίσκεται στο δρόμο για το έβδομο, καθιστώντας έτσι την ύφεση ως τη μεγαλύτερη από το 1960, όταν και άρχισαν να τηρούνται αρχεία. Έτσι, όταν ο Μπερλουσκόνι λέει ότι δε μπορούμε να αφήσουμε τη χώρα να πέσει σε «έναν βρόχο υφέσεων δίχως τέλος», αυτό αγγίζει ουσιαστικά πολλούς ανθρώπους.

Αν οι φορείς χάραξης πολιτικής έχουν επίγνωση της απειλής που προκύπτει από ένα από τα έξι ιδρυτικά μέλη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας από το 1957, σίγουρα δεν το έχουν δείξει ακόμα. Φαίνεται να υποθέτουν ότι η Κύπρος είναι ξεχωριστή περίπτωση, και ότι η ΕΚΤ θα είναι εκεί να σώσει την κατάσταση αν τελικά δεν είναι έτσι, και ότι η Ευρώπη θα συρθεί εκτός κινδύνου από τη βελτίωση της υπόλοιπης παγκόσμιας οικονομίας.

Πρόκειται για το ζενίθ της ανοησίας. Οι παράγοντες που προκάλεσαν την κρίση της Κύπρου, επαναλαμβάνονται σε πολλά άλλα κράτη-μέλη. Το «μεγάλο μπαζούκας» της ΕΚΤ –η απεριόριστη αγορά ομολόγων από τις πληγείσες κυβερνήσεις- δεν έχει ακόμα δοκιμαστεί, και επειδή η Ευρώπη είναι η μεγαλύτερη αγορά του πλανήτη, το πιθανότερο είναι ότι η επανεμφάνιση της κρίσης του δημόσιου χρέους θα επιβαρύνει σοβαρά τις προοπτικές ανάπτυξης της Βόρειας Αμερικής και της Ασίας.  

Οικονομολόγοι στην εταιρεία συμβούλων Fathom Consulting συγκρίνουν τη σημερινή ευρωζώνη, με το Ηνωμένο Βασίλειο στις αρχές της οικονομικής κρίσης. Έγιναν λάθη στο χειρισμό της Northern Rock, εξαιτίας των φόβων ότι μία διάσωση θα δημιουργούσε προβλήματα ηθικού κινδύνου –με άλλα λόγια, το να βοηθήσουν μια τράπεζα που είχε η ίδια προκαλέσει τα προβλήματά της μέσω της ηλιθιότητάς της, θα ενθάρρυνε την κακή συμπεριφορά και από άλλες τράπεζες. Οι συστημικοί κίνδυνοι δεν αναγνωρίστηκαν, και αυτό είχε καταστροφικές συνέπειες.  

Ομοίως, η ευρωζώνη δεν είχε κατανοήσει τη συστημική δυναμική της τρέχουσας κρίσης, υποστηρίζει η Fathom, αν μη τι άλλο σε σχέση με το «βρόχο καταστροφής» μεταξύ των εύθραυστων τραπεζών και των χρεωμένων κυβερνήσεων. Η λιτότητα κάνει τα πράγματα χειρότερα, διότι οι περικοπές στις δημόσιες δαπάνες και οι υψηλότεροι φόροι αποτελούν πληγή για την οικονομική δραστηριότητα, κατά πολύ περισσότερο από ότι μειώνουν τα δημόσια ελλείμματα. Το δημόσιο χρέος, ως ποσοστό του εθνικού εισοδήματος, αυξάνεται αντί να μειώνεται.

Η λιτότητα μπορεί να λειτουργήσει, ωστόσο οι συνθήκες πρέπει να είναι σωστές. Βοηθάει αρκετά, αν οι εμπορικοί εταίροι μίας χώρας αναπτύσσονται δυναμικά, διότι τότε, η συρρίκνωση της εγχώριας ζήτησης μπορεί να αντισταθμιστεί από την αύξηση των εξαγωγών. Βοηθά επίσης, αν η κεντρική τράπεζα μπορεί να αντισταθμίσει την αυστηρότερη δημοσιονομική πολιτική, χαλαρώνοντας τη νομισματική πολιτική, είτε μέσω της μείωσης των επιτοκίων είτε μέσω αντισυμβατικών μέτρων όπως η ποσοτική χαλάρωση (QE). Βοηθά επίσης, αν μπορεί να πέσει η συναλλαγματική ισοτιμία. Καμία από αυτές τις προϋποθέσεις δεν ισχύει στην περίπτωση της ευρωζώνης, γι’ αυτό και οι δημοσιονομικοί πολλαπλασιαστές –ο αντίκτυπος των φορολογικών πολιτικών και των πολιτικών των δαπανών στην ανάπτυξη- είναι τόσο υψηλοί. Για να το πούμε πιο ωμά, η αφαίρεση ενός ευρώ από τη ζήτηση, μέσω της λιτότητας, οδηγεί στην απώλεια άνω του ενός ευρώ σε ΑΕΠ.  

Τι πρέπει να γίνει λοιπόν; Είναι ξεκάθαρο, ότι πρέπει να αναγνωριστεί η αυτοκαταστροφική φύση της τρέχουσας πολιτικής. Πρέπει να δοθεί περισσότερος χρόνος στις χώρες να τακτοποιήσουν τα δημόσια οικονομικά τους. Η έμφαση θα πρέπει να μετατοπιστεί από τα ελλείμματα του προϋπολογισμού στα διαρθρωτικά ελλείμματα, έτσι ώστε να ληφθεί κάπως υπόψη και η κατάσταση του οικονομικού κύκλου, και η ΕΚΤ χρειάζεται να είναι έτοιμη με τη δική της εκδοχή ποσοτικής χαλάρωσης QE. 

Ταυτόχρονα, πρέπει να γίνει δουλειά προς τη δημιουργία μίας τραπεζικής και δημοσιονομικής ένωσης. Η Ευρώπη θα μπορούσε να είχε αντιμετωπίσει την περίπτωση της Κύπρου φτηνά και ανώδυνα, αν υπήρχε ένα πανευρωπαϊκό σώμα, ικανό να ανακεφαλαιοποιήσει τις τράπεζες της χώρας. Οι καθυστερήσεις στη δημιουργία αυτού του σώματος ενδέχεται να κοστίσουν πολύ ακριβά.

Τέλος, η ευρωζώνη πρέπει να αρχίσει να συζητά με μία φωνή. Δεν θα έβλαπτε καθόλου να ακούσουμε και λίγο «Εγώ είμαι ο Σπάρτακος»!

back to top