Menu

Η απειλή για τα παγκόσμια τραπεζικά στάνταρ

BankingΗ χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 έδωσε μια μεγάλη ώθηση στους παγκόσμιους καθοριστές στάνταρ. Ξαφνικά, η Επιτροπή της Βασιλείας (η οποία θέτει τα στάνταρ για τη διεθνή τραπεζική επιτήρηση) πρωταγωνιστούσε στις χρηματοπιστωτικές ειδήσεις.

Δείπνα σε Μανχάταν και Κένγινγκτον καταναλώνοντας με τις λεπτομέρειες του Basel II και τα δεινά των προκυκλικών κεφαλαιακών απαιτήσεων. Οι κυβερνήσεις που έβλεπαν καχύποπτα τις διεθνείς παρεμβάσεις άρχισαν να θέλουν πρόθυμα αυστηρότερους παγκόσμιους κανόνες για να αποτραπεί η επέκταση των τραπεζικών κρίσεων πέρα των συνόρων και η μετάδοσή τους σε άλλους.

Οι απτές συνέπειες αυτού του ενθουσιασμού ήταν η δημιουργία του Συμβουλίου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, το οποίο γεννήθηκε μέσα από τις στάχτες του Φόρουμ Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, στη σύνοδο των G20 στο Λονδίνο, τον Απρίλιο του 2009, με τη συμμετοχή εκπροσώπων από όλα τα μέλη των G20 ανάμεσα στους καθοριστές κανόνων στη Βασιλεία και αλλού. Η κυριαρχία των G7 έδωσε χώρο στην ελπίδα πως η ευρύτερη συμμετοχή μπορούσε να προσφέρει πιο ολοκληρωμένο μερίδιο και ισχυρότερη πολιτική στήριξη για την αύξηση του κεφαλαίου του τραπεζικού συστήματος.

Όλη αυτή η αλλαγή δούλεψε, ως ένα σημείο. Οι ρυθμίσεις του Basel III, για παράδειγμα, περισσότερο από διπλασίασαν το κεφάλαιο που θα πρέπει να διατηρεί κάθε μία τράπεζα, και βελτίωσαν την ποιότητα του κεφαλαίου αυτού. Το σύστημα μοιάζει κάπως ασφαλέστερο ως αποτέλεσμα. Όμως τώρα υπάρχουν επικίνδυνες ενδείξεις πως η δέσμευση σε ισχυρότερα παγκόσμια στάνταρ – ή σε οποιαδήποτε κοινά στάνταρ – μπορεί να φθίνει.

Πολλοί προέβλεψαν αυτήν την τάση, αλλά για τον λάθος λόγο. Σκεπτικιστές είχαν προειδοποιήσει πως θα είναι πολύ πιο δύσκολο να βρεθεί συμφωνία ανάμεσα σε 20 ή περισσότερες χώρες, απ’ ότι ήταν ανάμεσα στην ντουζίνα μελών της Επιτροπής της Βασιλείας πριν από την κρίση (κυρίως ευρωπαϊκές χώρες, με μόνο τις ΗΠΑ, τον Καναδά και την Ιαπωνία να αντιπροσωπεύουν τον ευρύτερο κόσμο). Στην πράξη, αυτό δεν έχει αποδειχθεί σημαντικό πρόβλημα. Το Basel III συμφωνήθηκε πολύ πιο γρήγορα απ’ ότι το Basel II. Η πολιτική πίεση από τους υπουργούς Οικονομικών, εκφρασμένη μέσα από το ΣΧΣ, αποδείχθηκε αποτελεσματική.

Στην πραγματικότητα, οι πρόσφατες εντάσεις υπήρξαν περισσότερο παλιομοδίτικες, φέρνοντας τις ΗΠΑ απέναντι στην ευρωζώνη, με το Ηνωμένο Βασίλειο και τους υπόλοιπους να έχουν παγιδευτεί στη μέση. Οι ΗΠΑ πιέζουν για αυστηρότερους ελέγχους στα εσωτερικά μοντέλα των τραπεζών, και για περιορισμό του κατά πόσο τα μοντέλα μιας τράπεζας μπορούν να μειώσουν τα περιουσιακά της στοιχεία σε μια σταθμισμένη βάση. Η συμφωνία σε αυτά τα μίνιμουμ παραγωγής έχει αποδειχθεί ως τώρα αδύνατη. Οι ευρωπαίοι ισχυρίζονται πως οι εταιρικές δανειοδοτήσεις των τραπεζών τους είναι εκ φύσεως λιγότερο επικίνδυνες. Άλλωστε, οι τράπεζες της ΕΕ δανείζουν περισσότερο σε μεγάλες εταιρείες με υψηλότερη πιστοληπτική ικανότητα, οι οποίες έχουν πρόσβαση στις κεφαλαιαγορές των ΗΠΑ, αντί να δανείζονται από τράπεζες. Επίσης, διατηρούν περισσότερες υποθήκες χαμηλού ρίσκου στους ισολογισμούς τους, απουσία ευρωπαϊκών αντίστοιχων των Fannie Mae και Freddie Mac (των δύο ημι-κρατικών κτηματικών τραπεζών της Αμερικής), οι οποίες απορρόφησαν τα τιτλοποιημένα ενυπόθηκα δάνεια στις ΗΠΑ.

Σε συνεδρίαση της στο Σαντιάγκο της Χιλής τον Νοέμβριο, η Επιτροπή της Βασιλείας δεν κατάφερε να συμφωνήσει σε λύση, και μεταβίβασε το ζήτημα στην επιτροπή των Κυβερνητών και Επικεφαλής Επιτήρησης, η οποία θα δοκιμάσει ξανά τον Ιανουάριο.

Πιθανότατα θα βρουν έναν τρόπο να κινήσουν τη συγκεκριμένη βελόνα. Όμως το μέλλον των παγκόσμιων στάνταρ μοιάζει περισσότερο αβέβαιο απ’ ότι ήταν εδώ και αρκετό καιρό. Μετά την κρίση του 2008, κάποιες χώρες, ενώ υποστήριζαν φαινομενικά την ανάπτυξη αυστηρότερων παγκόσμιων κανόνων, πήραν μέτρα για να προστατέψουν τα δικά τους χρηματοπιστωτικά συστήματα.

Η κατάρρευση της Lehman Brothers έδειξε πως, όπως το έθεσε ο πρώην κυβερνήτης της Τράπεζας της Αγγλίας Μέρβιν Κινγκ στην αξιομνημόνευτη φράση του, οι μεγάλες τράπεζες είναι «παγκόσμιες στη ζωή, αλλά εθνικές στον θάνατο». Με άλλα λόγια, όταν μια παγκόσμια τράπεζα καταρρέει, οι ρυθμιστές της χώρας που τη φιλοξενεί καλούνται να μαζέψουν τα τοπικά κομμάτια. Γι’ αυτόν τον λόγο οι απαιτήσεις για δημιουργία τοπικών θυγατρικών, με τοπικό κεφάλαιο, έχουν υιοθετηθεί. Έχουν περάσει οι μέρες όταν οι τράπεζες μπορούσαν να ανοίξουν υποκαταστήματα σε όλον τον πλανήτη, με στήριξη από τον ισολογισμό της μητρικής.

Και κοιτάζοντας μπροστά, βλέπουμε πως οι δύο μεγαλύτεροι παίκτες στο ΣΧΣ και τη Βασιλεία έχουν άλλα να τους απασχολούν. Η επερχόμενη κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ στις ΗΠΑ έχει ήδη αφήσει να φανεί η καχυποψία της για τις εξωτερικές σχέσεις και τις διεθνείς δεσμεύσεις. Η προσπάθεια να γίνει η Αμερική μεγάλη και πάλι δεν είναι πιθανό να εμπεριέχει πολύ ενθουσιασμό για πιο παρεμβατικούς κανόνες που σχεδιάζονται στη Βασιλεία. Όσοι υποστηρίζουν την αντιστροφή μεγάλου μέρους της νομοθεσίας Dodd-Frank του 2010 για τις χρηματοπιστωτικές μεταρρυθμίσεις, υπέρ ενός υψηλότερου ποσοστού μόχλευσης, όπως υποστηρίζει νομοσχέδιο που προωθεί ο Τζεμπ Χενσάρλιγνκ, ονειρεύονται μια εκδοχή τραπεζικών ρυθμίσεων «κατασκευασμένων στις ΗΠΑ». Ωστόσο, παρ’ ότι η ιδέα έχει κάποια θετικά, δε θα προσαρμοστεί εύκολα στο υπάρχον πλαίσιο της Βασιλείας.

Η Ευρώπη αντιμετωπίζει άλλες ανησυχίες. Οι ρυθμιστές εκεί επικεντρώνονται στις επιδράσεις του Brexit, το οποίο θα χρειαστεί περίπλοκες συμφωνίες που θα διέπουν τη νέα σχέση ανάμεσα στο Λονδίνο και την ευρωζώνη. Πρώτη προτεραιότητα για την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα πρέπει να είναι να διατηρήσει την ακεραιότητα της τραπεζικής ένωσης της ΕΕ, η οποία δέχεται πίεση τόσο από το Brexit όσο και από την κρίση που καταβάλλει τις ιταλικές τράπεζες.

Υπό αυτές τις συνθήκες, θα είναι δύσκολο να διατηρηθεί το πρωτείο των παγκόσμιων στάνταρ και η εξασφάλιση της συνεχούς συμμετοχής στη διαδικασία της Βασιλείας. Ο νέος γενικός διευθυντής της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών Αγουστίν Κάρστεντς, πρώην κυβερνήτης της κεντρικής τράπεζας του Μεξικό, θα έχει βασικό ρόλο να παίξει, όπως και όποιος αντικαταστήσει τον Μαρκ Κάρνεϊ (σημερινό κυβερνήτη της Τράπεζας της Αγγλίας) τον επόμενο χρόνο ως επικεφαλής του ΣΧΣ. Είναι πιθανό πως θα υπάρξει σύντομα νέος επικεφαλής και της Επιτροπής της Βασιλείας. Ο Στέφαν Ίνγκβες της Σουηδίας αναμένεται να αποχωρήσει τον επόμενο Ιούνιο.

Αυτοί οι τρεις νέοι ηγέτες θα χρειαστούν όλες τις διπλωματικές τους ικανότητες για να περιηγηθούν τα επικίνδυνα πολιτικά ύδατα. Το διακύβευμα είναι υψηλό. Εάν η δέσμευση στα παγκόσμια στάνταρ φθαρεί, όλοι θα υποφέρουν μακροπρόθεσμα. Οι χώρες θα επιβάλουν ασυμβίβαστες τοπικές απαιτήσεις, οι οποίες θα μειώσουν την αποδοτικότητας της χρήσης κεφαλαίου και θα κάνουν το σύστημα λιγότερο ανθεκτικό σε περίπτωση νέας χρηματοπιστωτικής αστάθειας.   

Last modified onThursday, 29 December 2016 10:53
back to top