Menu

Οι μεταβαλλόμενοι στόχοι των κεντρικών τραπεζιτών

ecb fed bank of japanΤο θέμα της φετινής συνάντησης των κεντρικών τραπεζιτών του κόσμου στο Jackson Hole του Ουαόμινγκ δεν είχε καμία σχέση με τη νομισματική πολιτική. Η «προώθηση μιας δυναμικής παγκόσμιας οικονομίας» είναι, φυσικά, ένα σημαντικό θέμα.

Αλλά είναι χαρακτηριστικό ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα επέλεξε, για τη δική της ετήσια συγκέντρωση, ένα παρόμοιο «μη νομισματικό» θέμα («Επενδύσεις και Ανάπτυξη στις Αναπτυγμένες Χώρες»).

Δεν υπάρχει τίποτα κακό για τους κεντρικούς τραπεζίτες στο να εξετάζουν προκλήσεις σε τομείς όπως η ανάπτυξη, το εμπόριο και οι επενδύσεις. Ωστόσο, οι κεντρικές τράπεζες έγιναν ανεξάρτητες ακριβώς επειδή έγινε κατανοητό ότι θα λογοδοτούσαν για την επίτευξη του δικού τους στόχου της διατήρησης της σταθερότητας των τιμών, ανεξάρτητα από το υποκείμενο ρυθμό ανάπτυξης της οικονομίας. Γιατί λοιπόν οι κεντρικοί τραπεζίτες θα προτιμούσαν να εξετάζουν εξωτερικά θέματα παρά να επικεντρώνονται στον δικό τους τομέα ευθύνης;

Η απάντηση, φαίνεται, είναι ότι δεν μπορούν να εξηγήσουν αρκετά την τρέχουσα προσέγγιση τους.

Οι συνθήκες σήμερα είναι πολύ ευνοϊκές για τη χάραξη νομισματικής πολιτικής, ιδιαίτερα για την ΕΚΤ - όπως ξεκαθαρίζει μια σύντομη ματιά στην ιστορία. Από την ίδρυση της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης (ΟΝΕ) τον Ιανουάριο του 1999, η ΕΚΤ ήταν αποκλειστικά υπεύθυνη για τον καθορισμό της νομισματικής πολιτικής της ΟΝΕ. (Αν και τα εθνικά νομίσματα παρέμειναν σε κυκλοφορία μέχρι το 2002, οι τιμές συναλλάγματος «καθορίστηκαν αμετάκλητα» από το 1999.)

Η δουλειά της ΕΚΤ ήταν δύσκολη από την αρχή. Εξάλλου, όταν γεννήθηκε το ευρώ, οι παγκόσμιες χρηματοπιστωτικές αγορές βρίσκονταν σε αναταραχή, εξαιτίας της ασιατικής κρίσης του 1997 και της ρωσικής χρεοκοπίας του 1998. Ο δείκτης VIX, ο οποίος μετρά τη μεταβλητότητα της χρηματιστηριακής αγοράς, έφτασε το 44% τον Αύγουστο του 1998 και κατά τα πρώτα λίγα χρόνια του ευρώ, κυμάνθηκε γύρω στο 25-30%, έναντι περίπου 12% σήμερα. Ενώ η ανεργία στην ευρωζώνη έπεφτε, το ποσοστό ήταν κοντά στο 10% και παρέμεινε υψηλότερο από το σημερινό επίπεδο, 9,3%, για το σύνολο του 1999.

Από την άποψη της νομισματικής πολιτικής, υπήρξε επίσης ανάγκη αντιμετώπισης της αποπληθωριστικής κληρονομιάς της χρηματοπιστωτικής κρίσης. Πράγματι, κατά την ίδρυση της ευρωζώνης, οι τιμές αυξάνονταν κατά λιγότερο από 2% και ο γενικός πληθωρισμός έπεσε στο 1% περίπου. Αυτοί οι δύο βασικοί δείκτες της νομισματικής πολιτικής βρίσκονται σχεδόν στο ίδιο επίπεδο σήμερα, αλλά οι χρηματοπιστωτικές αγορές είναι πολύ περισσότερο διευθετημένες τώρα από ό, τι τότε.

Το 1999, παρά το γεγονός ότι ο πληθωρισμός ήταν ελαφρώς χαμηλότερος από τον στόχο, η ανεργία υψηλή και η χρηματοπιστωτική αγορά ασταθής, το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ δε σκέφτηκε καν μηδενικά ή αρνητικά επιτόκια, πολύ λιγότερο αντισυμβατικά μέτρα πολιτικής. Αντί αυτού, η πρώτη του δράση, το 1999, ήταν να καθορίσει το βασικό επιτόκιο στο 2%.

Κατά τη διάρκεια εκείνου του έτους, η ΕΚΤ μείωσε το επιτόκιο αναφοράς κατά 50 μονάδες βάσης, στο τότε πρωτοφανές επίπεδο του 1,5%. Αλλά το έπραξε μόνο για να δώσει στην οικονομία την ευκαιρία να ανακάμψει. Μετά από μερικούς μήνες, άλλαξε πορεία, επαναφέροντας το επιτόκιο στο τέλος του έτους στο 2%. Κατά το επόμενο έτος, το επιτόκιο αυξήθηκε στο 3,75%, παρ’ ότι ο πληθωρισμός δεν επιταχύνθηκε περισσότερο από μερικές δεκάδες μονάδες βάσης.

Σήμερα, η ΕΚΤ αντιμετωπίζει μια πολύ πιο άνετη κατάσταση. Ενώ ο πληθωρισμός υπολείπεται του στόχου του 2% κατά παρόμοιο ποσό, η αγορά εργασίας φαίνεται να είναι σε πολύ καλύτερη κατάσταση.

Αλλά είναι; Υπολογίζεται ευρέως ότι μια βαθιά ύφεση αναγκάζει πολλούς από τους άνεργους να εγκαταλείψουν την αγορά εργασίας, διότι η αναζήτηση εργασίας φαίνεται άσκοπη. Εάν πολλοί αποθαρρυμένοι εργαζόμενοι έχουν εγκαταλείψει την αγορά εργασίας, η ανάκαμψη του ποσοστού ανεργίας σε επίπεδα πριν από την ύφεση μπορεί να είναι παραπλανητική. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο το ποσοστό ανεργίας πρέπει να εξεταστεί σε συνδυασμό με το ποσοστό συμμετοχής του εργατικού δυναμικού.

Με αυτό το μέτρο, η ευρωζώνη πηγαίνει σήμερα πολύ καλύτερα σήμερα από ό, τι το 1999. Με το ποσοστό συμμετοχής του εργατικού δυναμικού κατά πέντε ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερο από εκείνο που ήταν τότε, φαίνεται σαφές ότι λιγότεροι εργαζόμενοι αποθαρρύνονται από την αναζήτηση εργασίας σήμερα από ό, τι κατά την έναρξη της ΟΝΕ και, συνεπώς, ότι υπάρχει λιγότερο ανεκμετάλλευτο δυναμικό στην οικονομία.

Σε αυτό το πλαίσιο, είναι δύσκολο να εξηγηθεί γιατί η ΕΚΤ εξακολουθεί να επιμένει ότι απαιτούνται αντισυμβατικά μέτρα νομισματικής πολιτικής - όπως τα αρνητικά επιτόκια και οι συνεχιζόμενες αγορές ομολόγων. Οι μακροπρόθεσμες προοπτικές για τον πληθωρισμό ενδέχεται να είναι κάπως πιο αβέβαιες σήμερα. Μπορεί, όμως, μερικές δεκάδες μονάδες βάσης στις (μακροχρόνιες) πληθωριστικές προσδοκίες να δικαιολογούν την ανάγκη μαζικής ποσοτικής χαλάρωσης και ενός συντελεστή πολιτικής χαμηλότερου από 250 μονάδες σε σχέση με την εποχή των ασθενέστερων θεμελιωδών μεγεθών της αγοράς;

Αυτή η ασυμφωνία δεν περιορίζεται στην Ευρώπη. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, επίσης, υπάρχει ένας παρόμοιος συνδυασμός πληθωρισμού και ανεργίας σήμερα και πριν από δύο δεκαετίες. Το 1999, ένα βασικό ποσοστό πληθωρισμού περίπου 2%, σε συνδυασμό με ανεργία κάτω του 5%, δικαιολογούσε ένα ομοσπονδιακό επιτόκιο κεφαλαίου ύψους 5% (και έναν «κανονικό» ισολογισμό). Σήμερα, η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ διατηρεί το επιτόκιο αναφοράς κάτω από 1,5% - 350 μονάδες βάσης χαμηλότερα από ό, τι το 1999 - και έχει αναβάλει οποιαδήποτε μείωση του φουσκωμένου ισολογισμού.

Στην Ιαπωνία, ο πληθωρισμός είναι τώρα υψηλότερος από ό, τι ήταν μετά την ασιατική χρηματοπιστωτική κρίση. η ανεργία βρίσκεται στο χαμηλότερο επίπεδό της σε 50 χρόνια. και το ποσοστό συμμετοχής του εργατικού δυναμικού εξακολουθεί να φθάνει σε υψηλά επίπεδα. Ωστόσο, η Ιαπωνία, όπως και οι ΗΠΑ και η Ευρώπη, εξακολουθεί να εμφανίζει μια δονκιχωτική τάση να τα βάζει με τους ανεμόμυλους αποπληθωρισμού, με εξαιρετικά χαμηλά επιτόκια και αγορές μεγάλων ποσών κρατικού χρέους.

Οι κεντρικοί τραπεζίτες σίγουρα επιθυμούν μια δυναμική παγκόσμια οικονομία. Αλλά αυτό δεν είναι κάτι που μπορούν να επηρεάσουν πολύ. Αντί να συζητούν άσχετα θέματα, θα πρέπει να επικεντρωθούν στην εξήγηση γιατί οι στόχοι τους έχουν μετατοπιστεί τόσο πολύ - και αν είναι καιρός να αρχίσουν να τους φέρουν πίσω.

back to top