Menu

Κύπρος: Ο «Γόρδιος Δεσμός» της Συνεργατικής Τράπεζας

Με την προσδοκία ότι στα τέλη του μήνα θα υπάρξει τουλάχιστον ένα αξιόπιστο επενδυτικό σχήμα που θα διεκδικήσει την Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα, καταβάλλοντας ικανοποιητικό τίμημα, η κυβέρνηση επιχειρεί να επιλύσει το πρόβλημα που αντιμετωπίζει το δεύτερο σε μέγεθος χρηματοπιστωτικό ίδρυμα της Κύπρου.

Ωστόσο, την ώρα που η διαδικασία πώλησης της ΣΚΤ βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη και ακούγονται διάφορα ονόματα διεκδικητών, το μόνο βέβαιο είναι πως τα ερωτήματα που ζητούν απαντήσεις είναι πάρα πολλά.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.

Η Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα πέρασε στα χέρια του κράτους, όταν το τελευταίο κατέβαλε 1,7 δισ. ευρώ, προκειμένου η ΣΚΤ να μην καταρρεύσει μετά τα γεγονότα του 2013. Στη συνέχεια είχε εκτιμηθεί πως θα χρειαζόταν και νέα κεφαλαιακή ενίσχυση και γι αυτό μέχρι πριν από ένα περίπου έτος, η κυβέρνηση σκόπευε να προσελκύσει στρατηγικό επενδυτή μέσα από τη διαδικασία της αύξησης μετοχικού κεφαλαίου, ενώ οι κρατικές μετοχές της ΣΚΤ θα δινόταν δωρεάν στους συνεργατιστές, με τους τίτλους να τελούν υπό διαπραγμάτευση στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου.

Η υλοποίηση αυτού του σχεδίου καθυστέρησε (ίσως και να προβλήθηκαν αντιρρήσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο) και κατά την πρόσφατη προεκλογική περίοδο παρατηρήθηκε έντονο κύμα απόσυρσης των καταθέσεων εν μέσω αρνητικών φημολογιών. Το κύμα φυγής καταθέσεων συνεχίστηκε και μετεκλογικά, όταν η κυβέρνηση εγκατέλειψε τους προηγούμενους σχεδιασμούς και έσπευσε «εδώ και τώρα» να πουλήσει την ΣΚΤ.

Η κατάσταση έλαβε τέτοιες διαστάσεις, έτσι ώστε εν μέσω της διαδικασίας πώλησης, να αναγκαστεί η κυβέρνηση να καταθέσει εκτάκτως στην ΣΚΤ ποσό 2,5 δισ. ευρώ! (έναντι έκδοσης ομολόγου που θα ανεβάσει το δημόσιο χρέος στο 110% του ΑΕΠ και με εγγύηση τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια της Τράπεζας). Και μπορεί βέβαια οι εκροές καταθέσεων μετά τη συγκεκριμένη κίνηση να περιορίστηκαν δραστικά (όπως και η γενικότερη αβεβαιότητα των καταθετών), ωστόσο τα ζητήματα που ζητούν απαντήσεις είναι πολλά.

Συγκεκριμένα:

Πρώτον, δεν είναι γνωστό αν θα πωληθεί τελικά ολόκληρη η ΣΚΤ, ή ξεχωριστά το «καλό» και το «κακό» της κομμάτι.

Δεύτερον, υπάρχουν έντονες αμφιβολίες για το κατά πόσο η προαναφερθείσα κατάθεση της κυβέρνησης είναι σύννομη, καθώς η κυπριακή πλευρά μπορεί να κατηγορηθεί για παραβίαση κανόνων ανταγωνισμού από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Τρίτον, σε περίπτωση που πουληθεί μόνο η «καλή» ΣΚΤ, τότε το κυπριακό δημόσιο θα έχει άθελά του δημιουργήσει την πρώτη άτυπη κρατική «bad bank». Γενικότερα, το καλύτερο σενάριο είναι να πουληθούν και τα δύο κομμάτια της Τράπεζας, σε έναν ή περισσότερους ενδιαφερόμενους.

Τέταρτον, μέσα στο κλίμα της γενικότερης αναστάτωσης, είναι άγνωστο το αν και με ποια μορφή θα προχωρήσει το Πρόγραμμα «Εστία», το οποίο αφορούσε την εξαγορά από το δημόσιο στεγαστικών δανείων πρώτης κατοικίας, ατόμων που εντάσσονται σε ευάλωτα κοινωνικά στρώματα.

Ενδεικτικό του γεγονότος ότι η τρέχουσα πραγματικότητα έχει ξεπεράσει το πολιτικό προσωπικό της χώρας, αποτελεί το γεγονός ότι μόλις πρόσφατα έγινε σύσκεψη των πολιτικών αρχηγών για το ζήτημα των μη εξυπηρετούμενων δανείων, χωρίς ωστόσο από αυτή να υπάρξουν σαφείς προτάσεις, που μάλιστα θα ψηφίζονταν άμεσα.

Το σχετικά ευχάριστο πάντως είναι ότι -όπως λέγεται- θα υπάρξει ενδιαφέρον και για τα δύο κομμάτια της Τράπεζας. Αν πιστέψουμε τις φήμες που κυκλοφορούν, για το «καλό» κομμάτι ενδιαφέρεται τουλάχιστον η Ελληνική Τράπεζα σε συνεργασία με βασικό ή βασικούς της μετόχους και για το «κακό», τουλάχιστον ένα γνωστό fund.

Σε αντίθεση με τις Κύπρου και Λαϊκή που υπέφεραν από την έντονη έκθεσή τους στην Ελλάδα (ομόλογα, δανειοδοτήσεις), τα προβλήματα της ΣΚΤ προήλθαν αποκλειστικά από τη δραστηριότητά της στην κυπριακή αγορά και ιδιαίτερα από την αδυναμία πολλών νοικοκυριών να αποπληρώσουν τα στεγαστικά και τα καταναλωτικά τους δάνεια, μετά την κρίση του 2013.

Σύμφωνα επίσης με άλλες πηγές, το πρόβλημα επιδεινώθηκε από το περιεχόμενο του θεσμικού πλαισίου που ψηφίστηκε από την Βουλή και αφορούσε τα μη εξυπηρετούμενα τραπεζικά δάνεια. Άλλωστε, Κοινοτικοί αξιωματούχοι έχουν επισημάνει πως το σχετικό πλαίσιο θα πρέπει να αναθεωρηθεί.

back to top