Menu

Πώς «διαβάζουν» τα stress tests οι τραπεζίτες

Με όπλο τους ισχυρούς δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας που σήμερα κινούνται μεταξύ 15% και 18% - σε σχέση με τους αντίστοιχους που είχαν στα τεστ αντοχής του 2015 τα οποία περιείχαν και στρεσάρισμα της ποιότητας των στοιχείων του ενεργητικού (AQR) – μπαίνουν στην μάχη των stress test οι ελληνικές τράπεζες.

Γεγονός που προκαλεί αισιοδοξία στους κόλπους των διοικήσεων ότι το τεστ είναι διαχειρίσιμο -με ισχυρές πιθανότητες να μην προκύψουν κεφαλαιακές ανάγκες- μολονότι οι παραδοχές του δυσμενούς σεναρίου για την πορεία των τιμών στα ακίνητα χαρακτηρίζονται από τα υψηλόβαθμα στελέχη των τραπεζών «αντικειμενικά σκληρές». Μάλιστα, τραπεζικές πηγές ανέφεραν ότι ακόμη και στο δυσμενές σενάριο οι ελληνικές τράπεζες βρίσκονται περίπου στο μέσο όρο της Ευρώπης και επεσήμαναν ότι όσον αφορά τις παραδοχές για την πορεία του ΑΕΠ το δυσμενές σενάριο για την Πορτογαλία είναι χειρότερο.

«Σώζουν» οι κατοικίες

«Δεν μας χαρίσθηκαν στις προβολές που κάνουν στις τιμές των ακινήτων όπου στο δυσμενές σενάριο εκτιμούν σωρευτική μείωση στην τριετία 2018-2020 17,6% για τις κατοικίες και 17,4% στα εμπορικά», τονίζει υψηλόβαθμο στέλεχος και προσθέτει: «Το πιο δύσκολο κομμάτι αφορά όμως τις παραδοχές τους για τα εμπορικά ακίνητα όπου στα τεστ αντοχής του 2015 οι παραδοχές στο ακραίο σενάριο εκτιμούσαν αθροιστικά πτώση 9,1% και σήμερα για την επόμενη 3ετία η πρόβλεψη είναι επί τα χείρω με σωρευτική μείωση τιμών 17,4%, ωστόσο η επιβάρυνση αυτή εξισορροπείται από την πιο ήπια προβολή (σ.σ. σε σχέση με το 2015 όπου προέβλεπαν σωρευτική μείωση 24,4%) που κάνουν στο adverse scenario για την πτώση στις τιμές των κατοικιών (σ.σ. πτώση 17,6%) με δεδομένο ότι το μεγαλύτερο μέρος των ενεχύρων στο στεγαστικό αλλά και σε μεγάλο κομμάτι των κόκκινων δανείων προς πολύ μικρές επιχειρήσεις είναι απλές κατοικίες».

Ισχυρή θέση

Όσον αφορά το όπλο της κεφαλαιακής επάρκειας αναφέρουν ότι στα stress test του 2015 οι ελληνικές τράπεζες προκειμένου να καλύψουν σημαντικό μέρος των κεφαλαιακών αναγκών «έκαψαν» 7,5 ποσοστιαίες μονάδες από τους δείκτες τους.

«Σήμερα, οι δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας είναι πολύ πιο ισχυροί, γεγονός που επιτρέπει να αισιοδοξούμε για το αποτέλεσμα των τεστ αντοχής», αναφέρει έτερος τραπεζίτης και υπενθυμίζει ότι το κατώτατο όριο – κόκκινη γραμμή - στον δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας που έπρεπε να πληρούν τα πιστωτικά ιδρύματα, όπως ορίσθηκε από την ΕΚΤ στα τεστ του 2015 (σ.σ. τα οποία έγιναν μόνο στις ελληνικές τράπεζες) ήταν το 8% ενώ το αντίστοιχο ποσοστό ήταν στο 5,5% στα πανευρωπαϊκά stress test του 2014.

Τα 3 σενάρια

Μετά την ανακοίνωση του λογαριασμού από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, τον Μάιο, ανάλογα το αν προκύψουν ή όχι κεφαλαιακές ανάγκες τα σενάρια που θα κληθούν να αντιμετωπίσουν οι τράπεζες είναι τα εξής:

- Στην περίπτωση που τα τεστ αντοχής δεν δείξουν καμία κεφαλαιακή ανάγκη δεν θα χρειασθεί να αναλάβουν καμία δέσμευση.

- Στην περίπτωση που προκύψει κεφαλαιακή ανάγκη, ωστόσο αυτή καλύπτεται από την κεφαλαιακή ισχύ της τράπεζας και τότε η αντιμετώπιση θα είναι ήπια και οι τράπεζες θα κληθούν πραγματοποιήσουν κάποιες κινήσεις – ήπιου χαρακτήρα – για να καλύψουν το επιπλέον «λίπος» των κεφαλαίων τους.

- Στην περίπτωση που οι κεφαλαιακές ανάγκες είναι υπολογίσιμες τότε ανάλογα με το ύψος τους οι τράπεζες θα πρέπει να υποβάλλουν capital plans, στα οποία θα περιγράφουν τους τρόπους αντιμετώπισης των αναγκών όπως: μείωση κόστους (δίκτυο, καταστήματα), πωλήσεις θυγατρικών και εφόσον υπάρχει μεγάλη ανάγκη αύξηση μετοχικού κεφαλαίου. Για την υλοποίηση των εν λόγω ενεργειών η ΕΚΤ θα δώσει στις τράπεζες ικανοποιητικό χρονικό διάστημα τουλάχιστον 1 έτους.

Το χρονοδιάγραμμα

Η αποστολή των στοιχείων προς την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα από τα ελληνικά πιστωτικά ιδρύματα θα γίνει σε τρία στάδια αρχής γενομένης από το τελευταίο 10ημερο του Φεβρουαρίου, όταν οι τράπεζες θα αποστείλουν τα πρώτα δεδομένα (πίνακες με δάνεια, ενέχυρά κλπ). Η τελευταία αποστολή θα γίνει στις αρχές Απριλίου και εντός του Μαίου θα ανακοινωθούν τα τελικά αποτελέσματα.

Υπενθυμίζεται ότι τα τεστ αντοχής ξεκινούν νωρίτερα για τις ελληνικές τράπεζες σε σχέση με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές καθώς οι κεφαλαιακές ανάγκες, εφόσον υπάρξουν, πρέπει να γίνουν γνωστές πριν τον Αύγουστο του 2018 όταν και ολοκληρώνεται το τρίτο μνημόνιο.

Τραπεζικές πηγές επισημαίνουν ότι «οι διοικήσεις των ελληνικών τραπεζών θα είναι σε θέση να γνωρίζουν το αποτέλεσμα σε 1,5 μήνα από τώρα καθώς οι τράπεζες διαθέτουν τα δικά τους μοντέλα προσομοίωσης».

back to top