Menu

Πληρώνουν ένα τρίμηνο και σταματούν τη ρύθμιση!

Απογοητευτικά μηνύματα για τη δυναμική επίλυσης του μείζονος προβλήματος των «κόκκινων» δανείων στέλνουν τα στοιχεία, που εμπεριέχει η ενδιάμεση έκθεση νομισματικής πολιτικής της Τράπεζας της Ελλάδος.

Με βάση τα παραπάνω στοιχεία, περίπου το 42% των δανείων, τα οποία ρυθμίζονται σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα, και το 32% όσων πήραν μακροπρόθεσμη ρύθμιση, εμφανίζουν εκ νέου καθυστέρηση μόλις ένα τρίμηνο (!), μετά την εφαρμογή της νέας συμφωνίας.

Η, δε, αποτελεσματικότητα των ρυθμίσεων δεν βελτιώθηκε, φέτος, σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια, παρότι υπάρχει ελαφρά ανάκαμψη της οικονομικής δραστηριότητας.

Η παραπάνω κατάσταση αποτυπώνει, σύμφωνα με τραπεζικά στελέχη, την αποδόμηση, που έχει υποστεί η «κουλτούρα» πληρωμών. «Αν στην περίπτωση των βραχυπρόθεσμων λύσεων η επανεμφάνιση καθυστέρησης μπορεί εν μέρει να δικαιολογηθεί, στο σκέλος των μακροπρόθεσμων ρυθμίσεων δημιουργεί ερωτήματα για το πώς ιεραρχεί το διαθέσιμο εισόδημά του το νοικοκυριό και τις λειτουργικές ταμειακές ροές η εταιρεία» αναφέρουν οι ίδιες πηγές.

Από την άλλη, το γεγονός ότι ένα σημαντικό μέρος των ρυθμισμένων δανείων «ξανασκάει» σε διάστημα μόλις ενός τριμήνου από την εφαρμογή της ρύθμισης, ενώ την ίδια στιγμή η οικονομική δραστηριότητα ελαφρώς βελτιώνεται, καταδεικνύει σύμφωνα με την αγορά τα προβλήματα σχεδιασμού αποτελεσματικών μακροπρόθεσμων ρυθμίσεων.

Προβλήματα που εντοπίζει και η Τράπεζα της Ελλάδος, η οποία ενώ σημειώνει τη σημαντική αύξηση των μακροπρόθεσμων ρυθμίσεων, σημειώνει ότι στην πλειονότητα τους «επιλέγεται μόνο η λύση της επιμήκυνσης του χρόνου αποπληρωμής».

Επιπρόσθετα, η TτΕ ζητάει από τις τράπεζες να διευρύνουν το ταχύτερο δυνατόν την γκάμα των προσφερόμενων λύσεων προς τους δανειολήπτες  επιταχύνοντας το ρυθμό αναδιαρθρώσεων βιώσιμων επιχειρήσεων και την εκκαθάριση όσων διατηρούνται τεχνηέντως στη ζωή.

Στο τέλος Σεπτεμβρίου του 2017 οι τράπεζες υπέβαλαν αναθεωρημένους επιχειρησιακούς στόχους για τη μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Σύμφωνα με αυτούς, ο στόχος για το ύψος των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων στο τέλος του 2019 διαμορφώνεται σε 64,2 δισ. ευρώ (από 66,4 δισεκ. ευρώ που ήταν αρχικά).

Η βελτίωση αυτή εκτιμάται ότι θα προέλθει από αυξημένες πωλήσεις δανείων, καλύτερα αποτελέσματα στο ισοζύγιο εξυγίανσης έναντι δημιουργίας νέων μη εξυπηρετούμενων δανείων και από αύξηση των διαγραφών.

Παρά την αναμενόμενη μείωση του υπολοίπου των μη εξυπηρετούμενων δανείων, ο δείκτης των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί σε 35% στο τέλος του 2019 (από 33,9% που ήταν ο αρχικός στόχος), εξαιτίας της αναθεώρησης προς τα κάτω του εκτιμώμενου ρυθμού πιστωτικής επέκτασης και της διενέργειας αυξημένων διαγραφών και πωλήσεων δανείων.

back to top