Menu

Θεσμικός… παροξυσμός στον χρηματοοικονομικό κλάδο

Κλίμα έντονης δυσφορίας επικρατεί μεταξύ των στελεχών του χρηματοοικονομικού κλάδου, καθώς σε μια περίοδο που οι εταιρείες τους αντιμετωπίζουν σωρεία προβλημάτων λόγω της οικονομικής κρίσης, καλούνται να «ξοδέψουν» ένα μεγάλο μέρος του χρόνου τους προκειμένου να προσαρμοστούν στη δρομολογούμενη «καταιγίδα» θεσμικών αλλαγών.

«Δεν μας έφταναν τα προβλήματά μας, καλούμεθα τώρα να αφήνουμε τις δουλειές μας προκειμένου να προσαρμοστούμε σε ένα νέο θεσμικό περιβάλλον που θα μας οδηγήσει σε αυξημένο λειτουργικό κόστος, περισσότερους κινδύνους και μπόλικη γραφειοκρατία».

Αυτά δηλώνει γνωστό στέλεχος της χρηματιστηριακής αγοράς, συμπληρώνοντας: «Οι προθέσεις της Mifid II είναι αγαθές, ωστόσο το νέο πλαίσιο αφενός έρχεται σε μια περίοδο κρίσης και αφ’ ετέρου είναι κομμένο και ραμμένο για εταιρείες με σαφώς μεγαλύτερο μέγεθος από το μέσο ελληνικό, δηλαδή για… βορειοευρωπαϊκές. Με άλλα λόγια, για μια ακόμη φορά δεν δόθηκε η απαιτούμενη προσοχή προκειμένου να ισχύσει η αρχή της αναλογικότητας και έτσι προβλέπεται πως θα δούμε μεσοπρόθεσμα την αγορά να συγκεντρώνεται σε λιγότερα χέρια. Εδώ και εβδομάδες, ξοδεύουμε το μισό χρόνο μας σε σεμινάρια και προσαρμογές».

Ανάλογο κλίμα επικρατεί και στον ευρύτερο ασφαλιστικό κλάδο, κυρίως λόγω της επικείμενης προσαρμογής στην νέα Κοινοτική Οδηγία IDD. Η συγκεκριμένη Οδηγία μπορεί να αφορά τους διαμεσολαβούντες, αλλά προφανώς επηρεάζει και τις ίδιες τις ασφαλιστικές εταιρείες («πριν καν καταφέρουμε να προσαρμοστούμε στις τεκτονικές αλλαγές του Solvency II, ακολουθεί η IDD, φτάνοντας τα πράγματα στα άκρα», υποστηρίζει χαρακτηριστικά στέλεχος της αγοράς).

Όπως η Mifid II έρχεται να προστατεύσει τα δικαιώματα των επενδυτών (και να εμποδίσει την επανάληψη φαινομένων που οδήγησαν στην παγκόσμια οικονομική κρίση το 2007), έτσι και η IDD επιχειρεί να διασφαλίσει τα δικαιώματα των ασφαλισμένων, ανεξάρτητα από το κανάλι διανομής που επιλέγουν να ασφαλιστούν.

Όσο όμως και αν οι προθέσεις είναι αγαθές, η αναστάτωση και η αβεβαιότητα που έχει προκληθεί στην ελληνική αγορά είναι εμφανής. Χαρακτηριστική είναι η τοποθέτηση της δικηγόρουΠινελόπης Σαριδάκη σε άρθρο που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό του ΣΕΜΑ (Σύνδεσμος Ελλήνων Μεσιτών Ασφαλίσεων): «Θα πρέπει να επιδιωχθεί και να επιτευχθεί η επικαιροποίηση της υφιστάμενης νομοθεσίας, με γνώμονα τις σημερινές ανάγκες του κλάδου της ιδιωτικής ασφάλισης, χωρίς ωστόσο να επιδιώκεται ή να γίνεται ανεκτός ο ασφυκτικός περιορισμός των δικαιωμάτων των ασφαλιστικών διαμεσολαβητών, αλλά και το υπέρμετρο και ανεξέλεγκτο άνοιγμα της ασφαλιστικής αγοράς, που ανεμπόδιστα θα οδηγήσει σε ευτελισμό των παρεχόμενων υπηρεσιών και βλάβη του τελικού καταναλωτή».

Ακόμη χειρότερα όμως είναι τα πράγματα για τις τράπεζες και αυτό όχι μόνο γιατί τα εγχώρια χρηματοπιστωτικά ιδρύματα θα πρέπει να προσαρμοστούν τόσο στη Mifid II, όσο και στην IDD.

Ειδικότερα για την Mifid II ο Νίκος Καραμούζης πρόεδρος της Ένωσης Ελληνικών Τραπεζών επεσήμανε πρόσφατα ότι οι αλλαγές που απαιτείται να γίνουν είναι θεμελιώδεις, ουσιαστικές και πολύπλοκες και αυτό πρέπει να γίνει σε μια περίοδο μεγάλου φόρτου εργασιών στις τράπεζες και μάλιστα σε μια δραστηριότητα (την επενδυτική) που δεν βρίσκεται στο υψηλό της σημείο.

«Οι τράπεζες βρίσκονται σε ένα ρυθμιστικό τσουνάμι» σημείωσε χαρακτηριστικά ο κ. Καραμούζης, καθώς την ίδια ώρα καλούνται να προσαρμοστούν στα καυτά ζητήματα της αντιμετώπισης των μη εξυπηρετούμενων δανείων και της υλοποίησης των κάθε λογής ελέγχων (π.χ. stress tests) από την ΕΚΤ.

Συνολικότερα, αν και όλοι αντιλαμβάνονται την αναγκαιότητα σεβασμού των συμφερόντων των πελατών τους, οι ενστάσεις που διατυπώνονται εστιάζονται κυρίως στο ότι υπάρχει σαφής κίνδυνος υπερ-ρύθμισης, που τελικά «θα σκοτώσει την αγελάδα που φέρνει το γάλα».

Ενίοτε επίσης εκφράζονται παράπονα για γραφειοκρατικού τύπου παρεμβάσεις (π.χ. υποχρεωτική επαναπιστοποιήσεις συνεργατών) που απλά συνεπάγονται κόστος και χάσιμο χρόνου.

back to top