Menu

M. Σάλλας: Οι τράπεζες πρέπει να ξαναγίνουν επιχειρήσεις

piraeus sallasΤις θέσεις του για τις λύσεις που προωθεί η κυβέρνηση για την αντιμετώπιση των κόκκινων δανείων περιγράφει μεταξύ άλλων σε συνέντευξή του ο γνωστός τραπεζίτης και μεγαλομέτοχος της Παγκρήτιας Τράπεζας, Μιχάλης Σάλλας. 

Κύριε Σάλλα, ο τραπεζικός κλάδος ταλανίζεται επί χρόνια, υπό το βάρος των «κόκκινων» δανείων. Κάποιοι ρίχνουν την ευθύνη στους τραπεζίτες, άλλοι στα κενά στο θεσμικό πλαίσιο, άλλοι μιλούν για πρόβλημα που δεν θα μπορούσε έτσι κι αλλιώς να λυθεί χωρίς οργανωμένη «βοήθεια». Ποια είναι η άποψή σας;

Εδώ και πολλά χρόνια διερευνώνται διάφορες προτάσεις, γίνεται μία προετοιμασία, αλλά δυστυχώς δεν υπήρξε ανταπόκριση ούτε από τράπεζες αλλά ούτε και από τις εποπτεύουσες αρχές. Έτσι φθάσαμε στο σήμερα, που γίνονται κινήσεις αλλά η καθυστέρηση έχει πολλαπλασιάσει το πρόβλημα. Οι τράπεζες καλούνται να εξυγιάνουν τα χαρτοφυλάκιά τους από τα κόκκινα δάνεια και παράλληλα να δημιουργήσουν τα απαραίτητα αποθέματα για την ενίσχυση του ισολογισμού τους και την προστασία της καταθετικής τους βάσης.

Πώς βλέπετε σήμερα τα τρία σχέδια συλλογικής υποβοήθησης των τραπεζών (σχέδιο ΤΧΣ, σχέδιο ΤτE, επιδότηση δόσης ρυθμισμένου στεγαστικού δανείου); Μπορούν να δώσουν βιώσιμη λύση;

Στις δυσκολίες και στην καθυστέρηση που θα υπήρχαν, έχω αναφερθεί και σε πρόσφατο άρθρο μου στο φύλλο της Κυριακάτικης Καθημερινής, στις 17 Φεβρουαρίου 2019. Ανεξάρτητα από την εξέλιξη, από το πώς θα διαμορφωθεί η οριστική συμφωνία και την έγκρισή της, δεν μπορούμε να μην παρατηρήσουμε ότι είναι η αποθέωση της γραφειοκρατίας. Όπως έγραψα και στο άρθρο μου, η κατάσταση θα μπορούσε να ήταν καλύτερη για τις τράπεζες και την οικονομία, αν τα κόκκινα δάνεια είχαν αντιμετωπιστεί εγκαίρως, με αποτελεσματικούς τρόπους. Προτάσεις όπως το «sale-and-leaseback», που πρόσφεραν προστασία στις τράπεζες και κοινωνική αλληλεγγύη, κυρίως προς αυτούς που υπέστησαν τις βαριές συνέπειες της κρίσης, δεν συζητήθηκαν λόγω μίας αντίληψης που θα μπορούσε να εκληφθεί και ως τιμωρητική. Ελπίζω αυτή τη φορά, πέρα από την τελική πρόταση που θα διαμορφωθεί και θα λάβει το χρίσμα από όλους τους αρμόδιους φορείς, να υπάρξει το ανοικτό πνεύμα και η ευελιξία που θα επιτρέψουν, αν χρειαστεί, να δρομολογηθούν και άλλα μέτρα, ικανά να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα. Υπάρχουν για παράδειγμα ιδέες όπως η δημιουργία μίας bad bank, κυρίως για τα επιχειρηματικά καταγγελθέντα δάνεια, λύσεις που δοκιμάστηκαν σε άλλες χώρες και πέτυχαν.

Ολα δείχνουν ότι επίκειται νέος γύρος συρρίκνωσης του δικτύου και σημαντικής περαιτέρω μείωσης του προσωπικού των τραπεζών. Σε αυτό το τοπίο, ποιες προσδοκίες έχετε για το μέλλον του ελληνικού τραπεζικού τομέα, είτε μιλάμε για τις συστημικές τράπεζες είτε γενικότερα για τον κλάδο;

Οι τράπεζες πρέπει να δουν το μέλλον σε συνδυασμό με την ανάπτυξη της οικονομίας. Το μέλλον των τραπεζών είναι η ανάπτυξή τους και όχι η εξυγίανση μέσω της συρρίκνωσης. Πρόκειται για το πιο κρίσιμο στοίχημα, από το οποίο δεν εξαρτάται μόνο το μέλλον των τραπεζών αλλά και γενικότερα της ελληνικής οικονομίας. Ας μην ξεχνάμε ότι στα χρόνια της κρίσης, το εθνικό προϊόν μειώθηκε σχεδόν 30% και από τις τράπεζες χάθηκαν καταθέσεις περίπου 120 δισ. ευρώ. Μέσα σε αυτό το κλίμα και με τον βρόχο των κόκκινων δανείων, οι τράπεζες έχασαν και τον βασικό τους προσανατολισμό, που δεν είναι άλλος από τη χορήγηση δανείων, δραστηριότητα απαραίτητη για την επανεκκίνηση και την ανάπτυξη της πραγματικής οικονομίας. Γι’ αυτό τον λόγο οφείλουν τράπεζες, επαγγελματικοί φορείς, πολιτεία και εποπτικές αρχές να βρουν λύσεις με γνώμονα την ενίσχυση της οικονομίας και τη δημιουργία ενός πιο θετικού κλίματος στην αγορά, χωρίς τις ατελέσφορες γραφειοκρατικές διαδικασίες που μοιραία λειτουργούν ως τροχοπέδη στην ανάπτυξη.

Τα τελευταία χρόνια έχει αλλάξει ριζικά το «ρυθμιστικό πλαίσιο» για τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και διεθνώς. Κι ακόμη υπάρχει πίεση στο εξωτερικό για περαιτέρω αλλαγές. Ποια πιστεύετε ότι θα είναι η κυρίαρχη τάση στο μέλλον και με ποιες συνέπειες;

Στον ευρωπαϊκό χώρο δυστυχώς το ρυθμιστικό πλαίσιο, όπως εξελίσσεται, απονευρώνει τις τράπεζες και τις μετατρέπει σε πλατφόρμες εξυπηρέτησης του κοινού. Απομακρύνεται το επιχειρηματικό ενδιαφέρον αλλά και η υποστήριξη των τραπεζών στις επενδύσεις και την ανάπτυξη περιορίζεται. Θα πρέπει να βρεθεί η χρυσή τομή, ανάμεσα στην αναγκαία εποπτεία και γραφειοκρατία που εκ των πραγμάτων τη συνοδεύει και την ανάγκη των τραπεζών για δημιουργία, επιχειρηματικότητα και αποτελεσματικότητα, ώστε να μην έχουμε τράπεζες- φαντάσματα αλλά δυναμικούς χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς, ανταγωνιστικούς και λειτουργικούς για την οικονομική εξέλιξη και ανάπτυξη. Ας μην ξεχνάμε ότι οι εποχές αλλάζουν, ότι οι νέες τεχνολογίες έχουν φέρει νέους, πολύ ισχυρούς παίκτες στο τραπεζικό γίγνεσθαι και ότι οι παραδοσιακές τράπεζες για να επιβιώσουν και να αναπτυχθούν χρειάζονται, πέρα από τις αναγκαίες προσαρμογές, να λειτουργήσουν και πάλι ως πραγματικές επιχειρήσεις.

Με την πολύχρονη εμπειρία σας συνολικά στον επιχειρηματικό χώρο, ποιοι τομείς θεωρείτε ότι θα πρωταγωνιστήσουν τα επόμενα χρόνια; Θα εντοπίζατε ενδεχομένως κάποια «κοινά» χαρακτηριστικά που θα είναι απαραίτητα για μια επιτυχημένη επιχείρηση, ανεξαρτήτως κλάδου;

Υπάρχουν σήμερα πολλοί τομείς στην ελληνική οικονομία που δείχνουν τον δρόμο π.χ. ο Τουρισμός, η Ενέργεια, η Μεταποίηση Αγροτικών Προϊόντων και Τροφίμων, οι Μεταφορές, η Πράσινη ή η Κυκλική Οικονομία, η Αυτοματοποίηση και πολλοί άλλοι είναι τομείς, που αν κινηθούμε εγκαίρως και σωστά, μπορούμε να προχωρήσουμε μπροστά. Υγιείς επιχειρήσεις με όραμα και προοπτική, δυναμισμό και εξαγωγικό προσανατολισμό συναντάμε σε πολλούς παραγωγικούς τομείς και πρέπει οπωσδήποτε να επενδύσουμε στους ζωντανούς θύλακες της ελληνικής οικονομίας, προκειμένου η οικονομία να εισέλθει σε βιώσιμη αναπτυξιακή τροχιά.

Η αναβάθμιση από τη Moody’s, η έκδοση 10ετούς ομολόγου δείχνουν ανάκτηση εμπιστοσύνης. Πιστεύετε ότι είμαστε κοντά στην έξοδο από το τούνελ; Υπάρχουν κάποιες προϋποθέσεις ουσιαστικής ανάκαμψης που λείπουν;

Η διπλή αναβάθμιση από την πλευρά της Moody's ενίσχυσε την αγορά μετοχών και ομολόγων, βοηθώντας εντέλει και στην επιτυχία της 10ετούς εκδόσεως που επιχείρησε το Ελληνικό Δημόσιο. Ο οίκος προχώρησε σε μια τέτοια γενναία για τα δεδομένα του αναβάθμιση -υπενθυμίζω πως είχε μείνει πίσω σε σχέση με τα άλλα «σπίτια» αξιολόγησης- και γιατί εκτιμά πως πλέον η πορεία της Ελληνικής Οικονομίας επιτρέπει στο Ελληνικό Δημόσιο να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του σε σχέση με την αναβαλλόμενη φορολογία των τραπεζών (DTCs).

Ο συγκεκριμένος οίκος εξακολουθεί να είναι θετικός, αν και συγκρατημένος, στην αξιολόγησή του για το ελληνικό τραπεζικό σύστημα. Ο οίκος για πρώτη φορά αναγνώρισε, έστω και μερικώς, τα DTCs των ελληνικών τραπεζών ως ενσώματα ίδια κεφάλαια (Tangible Common Equity) στην κεφαλαιακή τους διάρθρωση, σύμφωνα με τη μεθοδολογία της που ισχύει για χώρες με rating άνω του Β2, δείχνοντας πως θεωρεί πλέον ισχυρή την πιθανότητα, η χώρα μας να εκπληρώσει τις σχετικές της υποχρεώσεις με αυτά τα DTCs, αν και εφόσον κάτι τέτοιο χρειαστεί.

Η Kathrin Muehlbronner, αναλύτρια του οίκου, εκτιμά άλλωστε πως το δημόσιο χρέος έχει καταστεί πιο βιώσιμο μετά την απόφαση για την επέκταση της μέσης ωρίμανσής του. Θεωρεί δε, πως ακόμα κι αν υπάρξει μία ύφεση στην Ευρώπη, που αποτελεί ασφαλώς έναν δυνητικό κίνδυνο, η ελληνική οικονομία έχει τη δυνατότητα να κινηθεί σε θετικούς ρυθμούς καθώς βρίσκεται σε πρώιμη φάση επανεκκίνησης.
Θεωρώ ότι η ανάκαμψη μπορεί να συνεχιστεί και μπορούμε να δούμε καλύτερες ημέρες, υπό την προϋπόθεση να μη σταματήσουμε τις προσπάθειες και να προχωρήσουμε στις κατάλληλες εκείνες κινήσεις που θα απελευθερώσουν το αναπτυξιακό δυναμικό της χώρας.

 
Last modified onThursday, 28 March 2019 13:33
back to top