Image default
TOP STORIES

Σπάζοντας τον φαύλο κύκλο

debt collectors bank account 680x430Η τραπεζική ένωση της ευρωζώνης έχει περάσει από το όραμα στην πραγματικότητα σε σύντομο χρονικό διάστημα, με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να έχει αναδειχθεί σε επιτηρητική αρχή για τις μεγάλες τράπεζες της περιοχής. Αυτό έχει ήδη κάνει μεγάλη διαφορά για τους διάφορους εθνικούς τραπεζικούς πρωταθλητές που οι τοπικοί επιτηρητές αντιμετώπιζαν με μεγάλη επιείκεια.

Όμως ο τελικός πολιτικός στόχος της τραπεζικής ένωσης, που ορίστηκε από τους αρχηγούς των κρατών τον Ιούνιο του 2012 ως «ο στόχος της ανατροπής του φαύλου κύκλου μεταξύ τραπεζών και κρατών» δεν έχει ακόμη επιτευχθεί.

Ένας σημαντικός κρίκος σε αυτόν τον φαύλο κύκλο είναι τα τεράστια αποθέματα εγχώριου δημόσιου χρέους που διατηρούν πολλές ευρωπαϊκές τράπεζες. Η μείωση αυτών των αποθεμάτων έχει πλέον κεντρική θέση στις συζητήσεις για μια πιο ολοκληρωμένη τραπεζική ένωση.

Η ολλανδική προεδρία στο πρώτο μισό του 2016 προσπάθησε γενναία να σημειώσει πρόοδο αλλά δεν μπόρεσε να ξεπεράσει το αδιέξοδο των περιχαρακωμένων θέσεων. Οι περισσότερες χώρες θέλουν να διατηρήσουν την επιλογή να χρησιμοποιούν τα εθνικά τραπεζικά συστήματα ως αγοραστές ύστατης ανάγκης για το κρατικό τους χρέος.

Τον Μάιο, ο κυβερνήτης της Τράπεζας της Ιταλίας αναφέρθηκε δημόσια στη διατήρηση της «δυνατότητας των τραπεζών να λειτουργούν ως αποσβεστήρες σε περιπτώσεις δημόσιου στρες». Ακόμη και η Γερμανία, που συνήθως υποστηρίζει την αυστηρή δημοσιονομική πειθαρχία, περιορίζεται από τον ρόλο που παίζουν οι τοπικές της τράπεζες στη χρηματοδότηση δραστηριοτήτων του δημόσιου τομέα σε τοπικό ή επαρχιακό επίπεδο. Ωστόσο, την ίδια στιγμή, η γερμανική κυβέρνηση αρνείται να στηρίξει τη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού προγράμματος ασφάλισης καταθέσεων, βασικός πυλώνας μιας τραπεζικής ένωσης, εκτός κι αν τεθούν όρια στις εκθέσεις των τραπεζών στα τοπικά κράτη. Η ανησυχία της, όχι παράλογα, είναι πως ο επιμερισμός του ρίσκου που προκύπτει από τις ασφαλίσεις θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί από άπορες κυβερνήσεις. Ο φόβος είναι πως οι ασφαλίσεις θα μπορούσαν να κάνουν ευκολότερες τις συνθήκες χρηματοδότησης των κυβερνήσεων μέσω ξεκάθαρης χρηματοπιστωτικής καταστολής ή μέσω της χρήσης «ηθικής καταπίεσης» των εγχώριων τραπεζών.

Η συνέλευση των υπουργών Οικονομικών και των κυβερνητών των κεντρικών τραπεζών στα μέσα του Ιουνίου αποφάσισε πως οποιεσδήποτε νέες πρωτοβουλίες για τη ρυθμιστική διαχείριση των κρατικών εκθέσεων θα περιμένουν τα αποτελέσματα των εν εξελίξει εργασιών της Επιτροπής της Βασιλείας. Μόνο τότε το ευρωπαϊκό πρόγραμμα ασφαλίσεων καταθέσεων θα μπορέσει να συζητηθεί «σε πολιτικό επίπεδο».

Όμως το πρόβλημα των κρατικών εκθέσεων δεν μπορεί να εξαφανιστεί απλά με ευχές. Για να επιτευχθεί η ανθεκτικότητα, η ευρωζώνη χρειάζεται να επιτρέψει στις τράπεζες να αντικρούσουν το δημόσιο στρες, ακόμη και στις χώρες προέλευσής τους. Μόνο τότε θα μπορέσει το τραπεζικό σύστημα να λειτουργήσει ως γνήσιος αποσβεστήρας σοκ για την τοπική οικονομία – όπως έγινε, ας πούμε, στις Βαλτικές χώρες το 2009-10, όταν οι τοπικές τράπεζες στηρίχθηκαν από τις Σκανδιναβικές μητρικές τους. Ισχυρά ρυθμιστικά μέτρα χρειάζονται για να μειώσουν τη μεροληψία στα χαρτοφυλάκια δημόσιου χρέους των τραπεζών και να εξασφαλίσουν πως δε θα επανεμφανιστεί.

Αυτή είναι μια συγκεκριμένη πρόκληση της ευρωζώνης που χρειάζεται συγκεκριμένη λύση. Σε χώρες που έχουν δικό τους νόμισμα, συμπεριλαμβανομένων αυτών της ΕΕ, οι δεσμοί τραπεζών-κρατών είναι λιγότερο «φαύλοι», καθώς η κεντρική τράπεζα μπορεί να λειτουργήσει ως αγοραστής ύστατης ανάγκης για το κρατικό χρέος. Η ανάθεση του προβλήματος στην Επιτροπή της Βασιλείας, κατά συνέπεια, είναι σχεδόν βέβαιο πως δε θα αποφέρει κανένα αποτέλεσμα. Αντιστρόφως, η ευρωζώνη μπορεί να περιορίσει σημαντικά τη μεροληψία, χωρίς ουσιαστικά να περιορίζει τα συνολικά αποθέματα των τραπεζών σε κρατικά ομόλογα σε ευρώ ως «ασφαλή περιουσιακά στοιχεία», καθώς αυτά μπορούν να διαφοροποιηθούν ανάμεσα στις 19 χώρες έκδοσης και δε θα υπήρχε αρνητική ανταγωνιστική διαστρέβλωση με τις τράπεζες εκτός ευρωζώνης. Αυτό θα μπορούσε να γίνει με μια βαθμολογημένη κεφαλαιακή επιβάρυνση για το χρέος κάθε μίας από τις κυβερνήσεις της ευρωζώνης.

Τα αποθέματα των τραπεζών σε τέτοιου είδους χρέους κάτω από, ας πούμε, 25% ή 50% των ιδίων κεφαλαίων, θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν μια περιορισμένη κεφαλαιακή επιβάρυνση, η οποία θα αυξάνεται σταδιακά μόλις περαστεί το όριο. Αυτό θα βελτίωνε σημαντικά τα κίνητρα των τραπεζών να αποφύγουν τη σημερινή μεροληψία. Αυτού του είδους τα όρια δε θα πρέπει να εξαρτώνται από την υποθετική επικινδυνότητα ενός κράτους, αλλά να επιβάλλονται σε όλες τις τράπεζες της ευρωζώνης και τα μέλη της με τον ίδιο τρόπο. Η αναπόφευκτη πραγματικότητα είναι πως δεν υπάρχει αντικειμενικός τρόπος απόδοσης συγκεκριμένων επιβαρύνσεων για κάθε εκδότη όταν πρόκειται για κυρίαρχα κράτη, και οποιαδήποτε τέτοια προσπάθεια μπορεί να αποδειχθεί επιζήμια.

Τα γραφεία διαχείρισης εθνικού χρέους αναμένονται να ασκήσουν μεγάλη πίεση ενάντια στα όρια της κρατικής έκθεσης των τραπεζών της ευρωζώνης, όμως η χρηματοπιστωτική σταθερότητα απαιτεί τέτοια όρια. Μαζί με τις προβλέψεις για το bail-in των πιστωτών σε μη βιώσιμες τράπεζες, που υπάρχουν ήδη αν και δεν έχουν δοκιμαστεί ιδιαίτερα στην πράξη, οι περιορισμοί της έκθεσης θα απέτρεπαν το είδος της δίνης μετάδοσης που παραλίγο να διαλύσει την ευρωζώνη το 2011-12. Θα επέφεραν επίσης και κάποια ευπρόσδεκτη δημοσιονομική πειθαρχία στα κράτη μέλη – πράγμα θετικό, δεδομένου του κατά τα άλλα αδύναμου δημοσιονομικού πλαισίου της ευρωζώνης. Αρκετές χώρες της ΕΕ ήδη δείχνουν χαμηλή μεροληψία στα χαρτοφυλάκια χρέους των τραπεζών της, όπως η Φινλανδία, η Ολλανδία και η Σουηδία. Με κατάλληλες μεταβατικές ρυθμίσεις, μπορεί να γίνει.

Η ευρωζώνη θα πρέπει να στοχεύσει σε ένα πακέτο που θα ενισχύσει την τραπεζική ένωση, συμπεριλαμβανομένης της εισαγωγής ορίων στην κρατική έκθεση, της εφαρμογής ευρωπαϊκών ασφαλίσεων καταθέσεων ευρέως, όπως προτάθηκε από την Ευρωπαϊκή Κομισιόν τον περασμένο Νοέμβριο, και επιπλέον  εναρμόνισης των σχετικών στοιχείων των καθεστώτων αφερεγγυότητας των τραπεζών, όπως η ιεραρχία των υποχρεώσεων. Δεδομένης της επίμονης τραπεζικής αδυναμίας στην Ιταλία, των επερχόμενων εκλογών στη Γερμανία και αλλού, των περισπασμών του Brexit και της περιπλοκότητας των ζητημάτων, αυτή η διαπραγμάτευση είναι απίθανο να ολοκληρωθεί άμεσα – όμως όσο συντομότερα ολοκληρωθεί, τόσο το καλύτερο.       

Related posts

Κόκκινα δάνεια: Έξι μήνες…ανάσα ζωής

banksnews

Οι λάθος επιλογές της Γερμανίας

banksnews

Ασφαλείς Τράπεζες δεν συνεπάγονται αργή οικονομική ανάπτυξη

banksnews

Leave a Comment